€ 18,00

μεταχειρισμενα ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ

apanta malakasi
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ
ΑΠΑΝΤΑ ΜΑΛΑΚΑΣΗ

Εξαντλημένο
Σαν καινούριο

Η πρώτη ιστορική έκδοση των απάντων του το 1964 Σπσνιότατη στην αγορά με εκτενή εισαγωγή και σχόλια Γιώργου Βαλέτα και χειρόγραφα ποιήματά του Περιγραφή Τα ποιήματα του Μαλακάση σε έναν τόμο υπό την επιμέλεια του Γιώργου Βαλέτα. Εισαγωγή και σχόλια του Βαλέτα για το ποιητικό έργο του Μαλακάση Συγγραφέας: Μαλακάσης Μ. Εκδοτικός οίκος: Alvin Redman Hellas Μετάφραση: Τόπος έκδοσης: Αθήνα Έτος έκδοσης: 1964 Σελίδες: 440
Κατάσταση: Αρίστη, δεμένο
Εξαντλημένο --- Το εξώφυλλο είναι άθικτο, χωρίς γρατζουνιές ή τσακίσματα. Οι σελίδες είναι άθικτες και δεν έχουν σημάδια από σημειώσεις.
ΣΚΛΗΡΟ
440 ΣΕΛΙΔΕΣ
ALVIN REDMAN ΣΚΛΗΡΟ 1964
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltiadhs_malakashs_poems.htm

Μιλτιάδης Μαλακάσης: «Ποιήματα».
Απαντα τα ποιητικά του Μιλτιάδη Μαλακάση. Για τρίτη φορά από τον θάνατό του (1943). H πρώτη ήταν το 1964 με επιμέλεια του Γ. Βαλέτα, ανατυπωμένη αργότερα. H σημερινή είναι του καθηγητή της νεοελληνικής λογοτεχνίας κ. Γιάννη Παπακώστα, καμωμένη με πολύ ευγενική φροντίδα. Παραδοσιακός, θα πούνε για τον ποιητή, μερικοί νεότεροι, καταφρονητικά. Λοιπόν, ας εξηγηθώ ευθύς εξαρχής: Αγαπώ πολύ τον ελεύθερο στίχο. (Τον χωρίς μέτρο και ρίμα – όχι όμως τον άρρυθμο). O ελεύθερος στίχος έχει μεγάλη ποικιλία ρυθμών και φωνηματικές αντιστοιχίες εσωτερικές πλούσιες. Στενοχωρούμαι με τον πολύ ερμητισμό. Καθώς και με την εισβολή της άμετρης πεζολογίας. Δεν με γοητεύει η πολλή αφαιρεσιολογία. H ποίηση από αιώνων χρησιμοποιεί το συγκεκριμένο. (Το ίδιο δεν έκανε και ο Καβάφης;) Αναγωγή στο αφηρημένο κάνει ο δέκτης της ποίησης. Και προτιμώ να βαραίνει το συναίσθημα παρά η σκέψη.
Και τώρα ας κάνω την εξής σκέψη: Αν βάλω, από τη μια μεριά στη ζυγαριά, νεοελληνικά ποιήματα από το 1900 μέχρι το 1930 (οπότε και Παλαμά, Καβάφη, Σικελιανό, Καρυωτάκη, Βάρναλη κ.λπ.) και από την άλλη μεριά από το 1931 μέχρι και σήμερα περίπου, δηλ. υπερδιπλάσια χρόνια, προς τα πού θα κλίνει; Μιλάμε, εννοήσατε, για ποιότητα, για αξία. Και η αξία μετριέται από το αισθητικό αποτέλεσμα. Αυτό πρωτεύει. H θεματολογία έπεται. Οσο σύγχρονο, σπουδαίο, κοινωνικό ή της υπάρξεως, δραματικό ή τραγικό και να είναι το περιεχόμενο, αν δεν πείθει αισθητικά, εκπίπτει. H τέχνη είναι -και πρέπει πάντα να είναι- επανάσταση, φτάνει να μην τρώει τα παιδιά της. Μην καταφρονούμε, λοιπόν, την παράδοση, γιατί η βρυσομάνα στην ποιητική έκφραση είναι αυτή.
Η σύγχρονη ποίηση, ώς τώρα, νομίζω, δεν «συναιρεί και υπερβαίνει» κάθε προηγούμενη. Μακάρι να είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Και μακάρι να πλανώμαι. Και πάντως, το 1914 που αρχίζει ο A΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, έχει γράψει το μέγιστο μέρος του έργου του ο Μαλακάσης. Οι σύγχρονοι, από το 1930 και μετά, ζουν τον B΄ Παγκόσμιο, τον αδελφοκτόνο, την ψυχροπολεμική περίοδο, τη σύγχρονη τεταμένη κακοδαιμονία, τον αμοραλισμό και την αγριότητα. Να δούμε τι θα μείνει από τα γραπτά. O εγκρατέστατος Τέχνης και Φιλοσοφίας Μαν. Λαμπρίδης, στο έξοχο βιβλίο του «Παλιά και νέα ποίηση», έδειχνε μελαγχολικός.
Ο Μαλακάσης, για να επανέλθουμε, είχε όλα τα γνωρίσματα του άξιου ποιητή: φαντασία, μνήμη, συναίσθημα, τεχνική. Δεν ήθελε τη βαθύτερη σκέψη – τον γοήτευε η μουσική του στίχου. «Αν θέλω φιλοσοφία, ανοίγω Εγελο», έλεγε. Τα θέματα που τον κυριάρχησαν ήταν ο έρωτας και ο θάνατος. Εγραψε το ωραιότερο νεοελληνικό ερωτικό ποίημα, την «Αγάπη», από το οποίο στίχους γνωρίζουν πλήθος άνθρωποι: «Ας μη γυρίζει ο λογισμός στα χρόνια εκείνα πίσω». Εγραψε το ωραιότερο ποίημα για την καταστροφή της φύσης (και συμβολικά κάθε ομορφιάς), «Το Δάσος». Εδωσε τη σειρά των μεσολογγίτικων ποιημάτων και ανάμεσα σε αυτά του «Τάκη – Πλούμα», ανώτερο και από τον «Μπαταριά». Στην εκτίμηση αυτή δεν με οδήγησε μόνο το προσωπικό μου γούστο, αλλά και μια εύστοχη παρατήρηση του Αγρα. (Μεγάλη τιμή για έναν ποιητή, άλλοι να έχουν για καλύτερό του το τάδε ποίημα και άλλοι άλλα!) Στα είκοσι πέντε του έδειξε όλα τα ποιητικά προσόντα. Και πιο πριν. Θαυμάστε στο παρακάτω ολιγόστιχο την εικονοπλαστική δύναμη, όταν ο ποιητής μεταφέρει το τοπίο της γης στο ουρανό: / «Στον ουρανό απριλιάτικοι δροσοσταλιάζουν κάμποι. / Κάθε άστρο είναι πασίχαρο, κάθε αστεράκι λάμπει / Κι ο γαλαξίας ανάερος στη μέση ασπροφεγγίζει / σαν ποταμάκι φιδωτό που τ’ άνθη αναμερίζει». / Και σε πόσο ομαλή, φυσική και καθόλου φτιαχτή, παρά τις γλωσσικές δυσκολίες της εποχής, δημοτική, είναι γραμμένο).

Τράφηκε με το δημοτικό τραγούδι και τον Σολωμό, έζησε καιρούς στην πλατιά σκιά του Παλαμά, τον οποίο και δοξολόγησε, ακράγγιξε τον παρνασσισμό, πέρασε από τον συμβολισμό, αλλά παρέμεινε ο εαυτός του. Για την κλασικότητα είχε ασπασθεί εκείνο του Σαρλ Μορράς: «Κλασικό είναι το απλό, όταν δεν είναι εύκολο». Εύκολο εδώ δεν σημαίνει το εύκολα καμωμένο, αλλά το απ’ τον δέκτη ευκολοχώνευτο, στο οποίο δεν αισθάνεσαι την ανάγκη να επανέλθεις. Ιδέστε π.χ. τους στίχους για το φθινόπωρο, που θα θέλατε να τους αποστηθίσετε: «Χινόπωρο! Στολίστηκες νεκρό κι ωραίο από προχθές / με το παλιό βενέτικο χρυσάφι. / Και να οι βοριάδες οι πικροί σου γίνονται τραγουδιστές / και τα νερά τα πένθιμα ζωγράφοι». Στην πρωτοτυπία του βλέπει κανείς τη νεοκλασικότητα της ρομανικής σχολής που την οδήγησαν ψηλά οι «Στροφές» του Μορεάς. O Μαλακάσης έφτασε μέχρι και στον ελεύθερο από μέτρο στίχο – δεν ήταν ακόμα η ώρα να απαρνηθεί τη ρίμα. (Φανταστείτε να υπήρχε ένας σαν αυτόν τον ποιητή, σήμερα!)
Βαριές, πλατιές οι στάλες / πέφτουν οι μεγάλες / της βροχής / κι αριές· / κλάμα βουβό / και πώς αχείς! / πώς αντηχείς / μεσ’ στις θλιμμένες μας καρδιές / αντάμα με σπασμένες δοξαριές». O I.M. Παναγιωτόπουλος είχε γράψει πως η «Ανοιξιάτικη μπόρα» θα μείνει στα ελληνικά, όπως το «Chanson d’ automne», του Βερλέν στα γαλλικά.
Μόνον ο Παλαμάς και ο Μαλακάσης (αφανισμένοι και οι δυο, μαζί με τους πλείστους της παράδοσης, από πρόσφατες, ελληνοϊταλική και ελληνοαγγλική, ανθολογίες) έγραψαν σειρά από έξοχα ποιήματα για άλλους, έκφραση τιμής και αγάπης. (Σήμερα το είδος, ύστερ’ από τόσους εκπεσμούς, πάει να χαθεί). «Στον κήπο του, νοσταλγική ψυχή μου, όποτε μπαίνεις, / μες σε δρομάκια αχνόφωτα, όπου ευωδούν νωπά, / σε παίρνει το Παράπονο της Νέας του Πεθαμένης, / κι ο κόσμος των ονείρων του, που πάσχει και αγαπά…» Αυτό το συγκινητικότατο έγραψε για τον Μαρκορά. Το επόμενο είναι για τον K. Χατζόπουλο: «Γύρω από κάποιο πράσινο κλωνί, που θα σε στέψει / -μ’ όλο που σε πολυκαιρνή ψυχρότη αποξενέψαμε- / σου πλέκω με βαρειά καρδιά και πικραμένη σκέψη / τα ρόδα μιας τριανταφυλλιάς, που νέοι μαζί φυτέψαμε».
Δύο ποιήματα έγραψε για τον μεγαλύτερο ποιητή της πεζογραφίας μας. Τον Παπαδιαμάντη. Τον οποίο ο Μαλακάσης αγαπούσε, εκτιμούσε, θαύμαζε και σεβόταν απεριόριστα. Το ένα, συγκινητικό μέχρι σπαραγμού. Ιδού το δεύτερο: «O κάθε στοχασμός σου, ασμάτων άσμα. / Στον κόσμο το δικό σου, κόσμος το κάθε πλάσμα». Ποίημα; Ναι! Αρχαίο επίγραμμα…

Μικρή Ἀσυμφωνία εἰς Α Μεῖζον*

Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,1
ποιός θά βρεθεῖ νά μᾶς δικάσει,
μικρόν ἐμέ κι ἐσᾶς μεγάλο,
ἴδια τόν ἕνα καί τόν ἄλλο;
5 Τούς τρόπους, τὀ παράστημά σας,
τό θελκτικό μειδίαμά σας
τό monocle2 πού σᾶς βοηθάει
νά βλέπετε μόνο στό πλάι
καί μόνο αὐτούς νά χαιρετᾶτε
10 ὅσοι μοιάζουν3 ἀριστοκράται,
τήν περιποιημένη φάτσα,
τήν ὑπεροπτική γκριμάτσα
ἀπό τή μιά μεριά νά βάλει
τῆς ζυγαριᾶς, κι ἀπό τήν ἄλλη
15 πλάστιγγα νά βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα,4 θανάτου
ἄθυρμα5, συντριμμένο βάζον6,
ἐγώ, κύμβαλον ἀλαλάζον7.
Ἄ! κύριε, κύριε Μαλακάση,
20 ποιός τελευταῖος θά γελάσει;

Κ. Καρυωτάκης (Σάτιρες, 1927)

* «Οι στίχοι αυτοί απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου δε θα μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς το σημαντικό έργο». (Υποσημείωση του ποιητή).
Σχετικά με τον εκ πρώτης όψεως αινιγματικό, παιχνιδιάρικο τίτλο, ο Τέλλος Άγρας παρατήρησε: «Το ποίημα είναι στιχουργημένο ολόκληρο σε ομοιοκαταληξίες που αρχίζουν από άλφα».
monocle· στρογγυλός φακός προσαρμοζόμενος στο ένα μάτι· (ο μονύελος). Ο ποιητής Μαλακάσης σε όλες τις απεικονίσεις εμφανίζεται με μονόκλ.
μοιάζουν· τροχαϊκό αντί του ιαμβικού μέτρου· ο παρατονισμένος μετρικά στίχος και ο λόγιος τύπος αριστοκράται κάνουν εντονότερη την ειρωνεία.
σκήνωμα· το σώμα του ανθρώπου ως κατοικία της ψυχής· λείψανο. Η λέξη χρησιμοποιείται στα βιβλικά κείμενα.
άθυρμα· αυτό που προσφέρεται για παιχνίδι (αθύρω = παίζω).
Πιθανή αναφορά στο κάποτε πασίγνωστο ποίημα La vase brisé του Γάλλου παρνασσιστή ποιητή Πρυντόμ (1839-1907), που ο Παλαμάς μετέφρασε ως Tο ραγισμένο ανθογυάλι.
κύμβαλον αλαλάζον· το κύμβαλο, κρουστό μουσικό όργανο· από την Προς Κορινθίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου (κεφάλαιο ΙΓ'): Ἐάν ταῖς γλώσσαις τῶν ἀνθρώπων λαλῶ καί τῶν ἀγγέλων, ἀγάπην δέ μή ἔχω, γέγονα χαλκός ἠχῶν ἤ κύμβαλον ἀλαλάζον.
Στο ποίημα αυτό ο Καρυωτάκης προσκαλεί τον ποιητή Μαλακάση (1869-1943) σε ένα αγώνα, που μοιάζει με μία καρυωτακικού ύφους παρωδία του ποιητικού αγώνα μεταξύ Αισχύλου και Ευριπίδη στην κωμωδία του Αριστοφάνη Βάτραχοι. Παρά το ότι ο ίδιος ο Καρυωτάκης στην υποσημείωση προσπαθεί να αμβλύνει την εντύπωση ποιητικής αναμέτρησης —εντύπωση που δικαίως δημιουργεί το ποίημα— γράφοντας πως «οι στίχοι απευθύνονται στον κοσμικό κύριο, και όχι στον ποιητή Μαλακάση, του οποίου δεν θα μπορούσε να παραγνωρίσει κανείς το σημαντικό έργο», εντούτοις το ίδιο το ποίημα στην ουσία του αντιπαραθέτει στη γελοιογραφική απεικόνιση του Μαλακάση, τον Καρυωτάκη ως ποιητική ουσία.
Συμφωνείτε με την άποψη ότι παρά τις προθέσεις του δημιουργού του, όπως αυτές καταγράφονται στη σημ. 1, τελικώς το ποίημα έχει το χαρακτήρα ποιητικής αναμέτρησης, η οποία μάλιστα γίνεται με τους ιδιαίτερα σκληρούς ορούς της σάτιρας; Να αιτιολογήσετε την απάντησή σας. Εσείς πώς θα απαντούσατε στα μετέωρα ερωτήματα:
Ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;
Ποιος τελευταίος θα γελάσει;
Με ποιο τρόπο ο τίτλος Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον υπηρετεί: α. τη μορφή του ποιήματος (ειδικότερα την ομοιοκαταληξία του) β. το περιεχόμενό του;
Ένα στοιχείο πρωτοποριακό στην καρυωτακική ποίηση είναι ο λεγόμενος «ρεαλισμός» του, δηλαδή η ένταξη μέσα στο ποίημα στοιχείων της καθημερινότητας. Υπάρχουν ανάλογα στοιχεία στο συγκεκριμένο ποίημα;
(Βλ. ΚΝΛ, Β' Λυκείου).

Αγγελίες από τον ίδιο πωλητή
Οι χρήστες είδαν επίσης